dawn
dawn
dɔ:n
dawn
drawn

Ορισμός και σημασία του "dawn"στα αγγλικά

01

αυγή, χαραυγή

the first time sunlight appears during the day 
dawn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dawns
Παραδείγματα
They woke up early to watch the dawn break over the mountains. 

Ξύπνησαν νωρίς για να δουν τη αυγή να ξημερώνει πάνω από τα βουνά.

02

αυγή, αρχή

an opening time period or initial stage in a process or development 
Παραδείγματα
The dawn of the festival was marked by music in the streets. 

Η αυγή του φεστιβάλ σηματοδοτήθηκε από μουσική στους δρόμους.

03

αυγή, αρχή

the beginning or first appearance of something, especially when it marks the start of a new period or phase 
Παραδείγματα
The dawn of a new era in technology brought innovative changes to the industry. 

Η αυγή μιας νέας εποχής στην τεχνολογία έφερε καινοτόμες αλλαγές στη βιομηχανία.

to dawn
01

γίνομαι σαφής, αποκαλύπτομαι

to become clear to the mind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
dawns
ενεστώτα μετοχή
dawning
απλός αόριστος
dawned
παθητική μετοχή
dawned
Παραδείγματα
The truth dawned gradually as she read the letter. 

Η αλήθεια έγινε σαφής σταδιακά καθώς διάβαζε το γράμμα.

02

ξημερώνει, αυγάζει

to begin to become light, as at the start of the day 
Παραδείγματα
Dawned a new day over the mountains. 

Ξημερώθηκε μια νέα μέρα πάνω από τα βουνά.

03

ξημερώνει, αναδύεται

to appear, emerge, or begin to develop 
Παραδείγματα
A new era dawned after the election. 

Μια νέα εποχή ξεκίνησε μετά τις εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store