Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dawn
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dawns
Παραδείγματα
They woke up early to watch the dawn break over the mountains.
Ξύπνησαν νωρίς για να δουν τη αυγή να ξημερώνει πάνω από τα βουνά.
02
αυγή, αρχή
an opening time period or initial stage in a process or development
Παραδείγματα
The dawn of the festival was marked by music in the streets.
Η αυγή του φεστιβάλ σηματοδοτήθηκε από μουσική στους δρόμους.
Παραδείγματα
The dawn of a new era in technology brought innovative changes to the industry.
Η αυγή μιας νέας εποχής στην τεχνολογία έφερε καινοτόμες αλλαγές στη βιομηχανία.
to dawn
01
γίνομαι σαφής, αποκαλύπτομαι
to become clear to the mind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
dawn
γ΄ ενικό πρόσωπο
dawns
ενεστώτα μετοχή
dawning
απλός αόριστος
dawned
παθητική μετοχή
dawned
Παραδείγματα
The truth dawned gradually as she read the letter.
Η αλήθεια έγινε σαφής σταδιακά καθώς διάβαζε το γράμμα.
02
ξημερώνει, αυγάζει
to begin to become light, as at the start of the day
Παραδείγματα
Dawned a new day over the mountains.
Ξημερώθηκε μια νέα μέρα πάνω από τα βουνά.
03
ξημερώνει, αναδύεται
to appear, emerge, or begin to develop
Παραδείγματα
A new era dawned after the election.
Μια νέα εποχή ξεκίνησε μετά τις εκλογές.



























