dawdle
da
ˈdɔ
ντο
wdle
ədl
αντλ
British pronunciation
/dˈɔːdə‍l/

Ορισμός και σημασία του "dawdle"στα αγγλικά

to dawdle
01

αργοπορώ, σπαταλώ χρόνο

to waste time when one should be acting with purpose
example
Παραδείγματα
I dawdled all morning and got nothing done.
Αργούσα όλο το πρωί και δεν κατάφερα τίποτα.
02

αργοπορώ, τεμπελιάζω

to walk slowly and without energy
example
Παραδείγματα
He dawdled toward the exit, reluctant to leave.
Αυτός αργοκίνησε προς την έξοδο, απρόθυμος να φύγει.
03

χασομεράω, σπαταλώ χρόνο

to waste time on something in a slow, ineffective, or unproductive way
example
Παραδείγματα
He dawdled the day trying to fix a broken lamp.
Αυτός σπατάλησε την ημέρα προσπαθώντας να επιδιορθώσει ένα σπασμένο λάμπα.

Λεξικό Δέντρο

dawdler
dawdling
dawdle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store