Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dawdle
01
αργοπορώ, σπαταλώ χρόνο
to waste time when one should be acting with purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dawdle
γ΄ ενικό πρόσωπο
dawdles
ενεστώτα μετοχή
dawdling
απλός αόριστος
dawdled
παθητική μετοχή
dawdled
Παραδείγματα
He dawdled in the kitchen long after breakfast was over.
Αυτός σπατάλησε χρόνο στην κουζίνα πολύ καιρό μετά το πρωινό.
02
αργοπορώ, τεμπελιάζω
to walk slowly and without energy
Παραδείγματα
He dawdled down the hallway, dragging his feet.
Αυτός αργοπορούσε στο διάδρομο, σέρνοντας τα πόδια του.
03
χασομεράω, σπαταλώ χρόνο
to waste time on something in a slow, ineffective, or unproductive way
Παραδείγματα
She dawdled the afternoon away on unfinished sketches.
Αυτή σπατάλησε το απόγευμα σε ημιτελείς σκίτσους.
Λεξικό Δέντρο
dawdler
dawdling
dawdle



























