Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
daunting
01
εκφοβιστικός, επιθετικός
intimidating, challenging, or overwhelming in a way that creates a sense of fear or unease
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most daunting
συγκριτικός βαθμός
more daunting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, challenge, experience
Παραδείγματα
The idea of moving to a new country, learning a new language, and starting from scratch can be daunting for many.
Η ιδέα της μετακόμισης σε μια νέα χώρα, της εκμάθησης μιας νέας γλώσσας και της έναρξης από το μηδέν μπορεί να είναι τρομακτική για πολλούς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dauntingly
daunting
daunt



























