daunting
daun
ˈdɔ:n
dawn
ting
tɪng
ting
hauntingtaunting

Ορισμός και σημασία του "daunting"στα αγγλικά

01

εκφοβιστικός, επιθετικός

intimidating, challenging, or overwhelming in a way that creates a sense of fear or unease 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most daunting
συγκριτικός βαθμός
more daunting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, challenge, experience
Παραδείγματα
The idea of moving to a new country, learning a new language, and starting from scratch can be daunting for many. 

Η ιδέα της μετακόμισης σε μια νέα χώρα, της εκμάθησης μιας νέας γλώσσας και της έναρξης από το μηδέν μπορεί να είναι τρομακτική για πολλούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dauntingly
daunting
daunt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store