Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to daunt
01
αποθαρρύνω, τρομάζω
to cause a person to feel scared or unconfident
Transitive: to daunt sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
daunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
daunts
ενεστώτα μετοχή
daunting
απλός αόριστος
daunted
παθητική μετοχή
daunted
Παραδείγματα
His initial failures did not daunt him; he simply viewed them as learning experiences.
Οι αρχικές του αποτυχίες δεν τον αποθάρρυναν; απλώς τις θεώρησε ως εμπειρίες μάθησης.
Λεξικό Δέντρο
daunted
daunting
dauntless
daunt



























