Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to daunt
01
αποθαρρύνω, τρομάζω
to cause a person to feel scared or unconfident
Transitive: to daunt sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
daunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
daunts
ενεστώτα μετοχή
daunting
απλός αόριστος
daunted
παθητική μετοχή
daunted
Παραδείγματα
The prospect of giving a speech in front of a large audience daunted the shy student, leading to anxiety and self-doubt.
Η προοπτική της ομιλίας μπροστά σε ένα μεγάλο ακροατήριο τρομοκράτησε τον ντροπαλό μαθητή, οδηγώντας σε άγχος και αμφιβολίες για τον εαυτό του.
Λεξικό Δέντρο
daunted
daunting
dauntless
daunt



























