Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to darn
01
μπογιατίζω, επισκευάζω
to mend a hole or worn area in fabric by sewing
Transitive: to darn a piece of clothes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
darn
γ΄ ενικό πρόσωπο
darns
ενεστώτα μετοχή
darning
απλός αόριστος
darned
παθητική μετοχή
darned
Παραδείγματα
She learned to darn socks from her grandmother.
Έμαθε να μπογονεύει τις κάλτσες από τη γιαγιά της.
Darn
01
ράψιμο, μπάλωμα
stitching used to repair a hole or worn spot in fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
darns
Παραδείγματα
The darn on his sleeve was almost invisible.
Η μπογιά στο μανίκι του ήταν σχεδόν αόρατη.
02
ένα ασήμαντο πράγμα, ένα τιποτένιο
something considered worthless or insignificant
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He doesn't give a darn about the rules.
Δεν τον νοιάζει καθόλου οι κανόνες.
darn
01
αμάν, ωχ
used to express frustration, disappointment, or mild anger
ευφημιστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Darn, I left my homework at home.
Ανάθεμα, άφησα την εργασία μου στο σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
darned
darner
darning
darn



























