Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to darn
01
μπογιατίζω, επισκευάζω
to mend a hole or worn area in fabric by sewing
Transitive: to darn a piece of clothes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
darn
γ΄ ενικό πρόσωπο
darns
ενεστώτα μετοχή
darning
απλός αόριστος
darned
παθητική μετοχή
darned
Παραδείγματα
I had to darn the hole in my jeans before wearing them again.
Έπρεπε να μπογιάτω την τρύπα στο τζιν μου πριν το φορέσω ξανά.
Darn
01
ράψιμο, μπάλωμα
stitching used to repair a hole or worn spot in fabric
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
darns
Παραδείγματα
The darn blended perfectly with the original fabric.
Η μπούκωμα αναμίχθηκε τέλεια με το αρχικό ύφασμα.
02
ένα ασήμαντο πράγμα, ένα τιποτένιο
something considered worthless or insignificant
Informal
Παραδείγματα
He claimed the plan was n't worth a darn of effort.
Ισχυρίστηκε ότι το σχέδιο δεν άξιζε δεκάρα προσπάθειας.
darn
01
αμάν, ωχ
used to express frustration, disappointment, or mild anger
Euphemistic
Informal
Παραδείγματα
Darn, I ca n't believe it rained all weekend.
Ανάθεμα, δεν μπορώ να πιστέψω ότι έβρεξε όλο το σαββατοκύριακο.
Λεξικό Δέντρο
darned
darner
darning
darn



























