Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
darkened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most darkened
συγκριτικός βαθμός
more darkened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The darkened room made it hard to see anything clearly.
Το σκοτεινό δωμάτιο έκανε δύσκολο να δει κανείς κάτι καθαρά.
02
σκοτεινιασμένος, σκοτεινιασμένος με το πέρασμα του χρόνου
(of fabrics and paper) grown dark in color over time



























