darkened
Pronunciation
/ˈdɑɹkənd/

Ορισμός και σημασία του "darkened"στα αγγλικά

01

σκοτεινός, σκοτεινιασμένος

not having enough light
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most darkened
συγκριτικός βαθμός
more darkened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She walked into the darkened hallway, feeling her way along the walls.
Μπήκε στον σκοτεινό διάδρομο, νιώθοντας το δρόμο της κατά μήκος των τοίχων.
02

σκοτεινιασμένος, σκοτεινιασμένος με το πέρασμα του χρόνου

(of fabrics and paper) grown dark in color over time
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store