daringly
da
ˈdeə
de
ring
rɪng
ring
ly
li
li
dashingly

Ορισμός και σημασία του "daringly"στα αγγλικά

01

τολμηρά, παρορμητικά

in an adventurous or bold way 
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She climbed the mountain daringly, seeking excitement. 

Ανέβηκε στο βουνό τολμηρά, αναζητώντας συγκίνηση.

02

τολμηρά, με τόλμη

in a novel or original manner 
Παραδείγματα
The artist painted daringly, breaking traditional rules. 

Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε τολμηρά, σπάζοντας τους παραδοσιακούς κανόνες.

Λεξικό Δέντρο

daringly
daring
dare
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store