Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
daringly
01
τολμηρά, παρορμητικά
in an adventurous or bold way
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She climbed the mountain daringly, seeking excitement.
Ανέβηκε στο βουνό τολμηρά, αναζητώντας συγκίνηση.
02
τολμηρά, με τόλμη
in a novel or original manner
Παραδείγματα
The artist painted daringly, breaking traditional rules.
Ο καλλιτέχνης ζωγράφισε τολμηρά, σπάζοντας τους παραδοσιακούς κανόνες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
daringly
daring
dare



























