dapple
da
ˈdæ
νται
pple
pəl
παλ
/dˈæpə‍l/

Ορισμός και σημασία του "dapple"στα αγγλικά

01

κηλίδα, στίγμα

a small contrasting part of something
dapple definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dapples
to dapple
01

στικτώνω, κηλιδώνω

colour with streaks or blotches of different shades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dapple
γ΄ ενικό πρόσωπο
dapples
ενεστώτα μετοχή
dappling
απλός αόριστος
dappled
παθητική μετοχή
dappled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store