Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dapple
01
κηλίδα, στίγμα
a small contrasting part of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dapples
to dapple
01
στικτώνω, κηλιδώνω
colour with streaks or blotches of different shades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dapple
γ΄ ενικό πρόσωπο
dapples
ενεστώτα μετοχή
dappling
απλός αόριστος
dappled
παθητική μετοχή
dappled



























