Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alcoholism
01
αλκοολισμός, μεθυλισμός
a chronic condition characterized by excessive and habitual consumption of alcohol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alcoholisms
Παραδείγματα
His struggle with alcoholism affected his relationships and career, making it difficult to maintain a stable life.
Ο αγώνας του με τον αλκοολισμό επηρέασε τις σχέσεις και την καριέρα του, καθιστώντας δύσκολη τη διατήρηση μιας σταθερής ζωής.
02
αλκοολισμός, εθισμός στο αλκοόλ
a medical condition caused by drinking an excessive amounts of alcohol on a regular basis
Παραδείγματα
Alcoholism can impact a person's career, relationships, and overall well-being.
Ο αλκοολισμός μπορεί να επηρεάσει την καριέρα, τις σχέσεις και τη γενική ευημερία ενός ατόμου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
alcoholism
alcohol



























