alcoholism
al
ˈæl
āl
co
ho
ho
li
li
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "alcoholism"στα αγγλικά

01

αλκοολισμός, μεθυλισμός

a chronic condition characterized by excessive and habitual consumption of alcohol 
alcoholism definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alcoholisms
Παραδείγματα
His struggle with alcoholism affected his relationships and career, making it difficult to maintain a stable life. 

Ο αγώνας του με τον αλκοολισμό επηρέασε τις σχέσεις και την καριέρα του, καθιστώντας δύσκολη τη διατήρηση μιας σταθερής ζωής.

02

αλκοολισμός, εθισμός στο αλκοόλ

a medical condition caused by drinking an excessive amounts of alcohol on a regular basis 
Παραδείγματα
Alcoholism can impact a person's career, relationships, and overall well-being. 

Ο αλκοολισμός μπορεί να επηρεάσει την καριέρα, τις σχέσεις και τη γενική ευημερία ενός ατόμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

alcoholism
alcohol
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store