damosel
da
ˈdæ
mo
sel
zɛl
zel
damseldamozel

Ορισμός και σημασία του "damosel"στα αγγλικά

01

παρθένα, δεσποινίς

a young unmarried woman 
damosel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
damosels
θηλυκό ενικό
damosel
neutral form
youth

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store