daisy
dai
ˈdeɪ
dei
sy
zi
zi
dailydairy

Ορισμός και σημασία του "daisy"στα αγγλικά

01

μαργαρίτα, νταίζι

a small wild flower that has a yellow center and white petals 
daisy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daisies
Παραδείγματα
The field was dotted with daisies, their white petals and bright yellow centers creating a charming and carefree scene. 

Το χωράφι ήταν στρωμένο με μαργαρίτες, τα λευκά πέταλα και τα φωτεινά κίτρινα κέντρα τους δημιουργώντας μια γοητευτική και ανέμελη σκηνή.

02

πουστης, αδελφή

a feminine gay man 
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That daisy laughed while fixing the streamers. 

Αυτή η daisy γέλασε ενώ επισκευαζόταν τις σερπαντίνες.

Λεξικό Δέντρο

daisylike
daisy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store