Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dale
01
κοιλάδα, ποτάμια κοιλάδα
an open river valley (in a hilly area)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dales



























