dale
dale
deɪl
deil
tailhailrailfail

Ορισμός και σημασία του "dale"στα αγγλικά

01

κοιλάδα, ποτάμια κοιλάδα

an open river valley (in a hilly area) 
dale definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dales

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store