Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alcohol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He prefers wine over other types of alcohol.
Προτιμά το κρασί έναντι άλλων τύπων αλκοόλ.
02
αλκοόλ, αιθανόλη
a compound with a hydroxyl group (-OH) attached to a carbon atom, widely used as solvents, fuels, and in pharmaceutical and chemical synthesis
Παραδείγματα
Benzyl alcohol is used in the production of fragrances, flavorings, and as a solvent in various applications.
Ο βενζυλικός αλκοόλ χρησιμοποιείται στην παραγωγή αρωμάτων, γευστικών προσθέτων και ως διαλύτης σε διάφορες εφαρμογές.
Λεξικό Δέντρο
alcoholic
alcoholic
alcoholism
alcohol



























