dag
dag
dæg
dāg
jagsagtaggag

Ορισμός και σημασία του "dag"στα αγγλικά

01

περίεργος, αδέξιος

(Australia and New Zealand) someone who is unfashionable, socially awkward, or eccentric 
dag definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
Look at that bloke in the tracksuit and thongs at the fancy restaurant – what a total dag. 

Κοίτα εκείνο τον τύπο με το φόρμα και τις σαγιονάρες στο πολυτελές εστιατόριο – τι παράξενος τελείως.

02

γλωττίδα, κρεμαστό

a flap along the edge of a garment; used in medieval clothing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dags
03

δεκάγραμμο, δέκα γραμμάρια

10 grams 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store