daffodil
da
ˈdæ
ffo
dil
ˌdɪl
dil

Ορισμός και σημασία του "daffodil"στα αγγλικά

01

ασφόδελος, νάρκισσος

a tall flower with white and yellow color, shaped like a trumpet 
daffodil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
daffodils
Παραδείγματα
The garden was brightened by the daffodils, their sunny yellow blooms standing out against the green foliage. 

Ο κήπος φωτίστηκε από τις ασφόδελους, τα ηλιόλουστα κίτρινα άνθη τους ξεχώριζαν πάνω από τα πράσινα φύλλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store