Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Daddy
01
μπαμπάς, πατέρας
an informal or intimate name for fathers, used especially by children or when talking to children
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
daddies
αρσενικό ενικό
daddy
θηλυκό ενικό
mommy
neutral form
parent
Παραδείγματα
Every morning, her daddy helps her brush her teeth.
Κάθε πρωί, ο μπαμπάς της τη βοηθά να πλύνει τα δόντια της.
02
μπαμπάς, πατέρας
an attractive, dominant, or authoritative masculine figure, often used in a sexual or flirtatious context
αργκό
Παραδείγματα
Pedro Pascal? Absolute daddy.
Πέδρο Πασκάλ; Απόλυτος μπαμπάς.



























