cynical
cy
ˈsɪ
si
ni
ni
cal
kəl
kēl
conical

Ορισμός και σημασία του "cynical"στα αγγλικά

01

κυνικός, δυσπιστικός

having a distrustful or negative outlook, often believing that people are motivated by self-interest 
cynical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cynical
συγκριτικός βαθμός
more cynical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attitude, psychology, behavior
Παραδείγματα
After experiencing multiple disappointments, she became cynical about the concept of true love. 

Μετά από πολλές απογοητεύσεις, έγινε κυνική σχετικά με την έννοια της αληθινής αγάπης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cynically
cynical
cynic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store