cynicism
cy
ˈsɪ
si
ni
ni
ci
si
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "cynicism"στα αγγλικά

01

κυνισμός, σκεπτικισμός

a doubtful view toward others' honesty or intentions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cynicisms
Παραδείγματα
The film highlighted the cynicism of modern society, where people often doubt the goodness in others. 

Η ταινία τόνισε τον κυνισμό της σύγχρονης κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι συχνά αμφισβητούν την καλοσύνη στους άλλους.

Λεξικό Δέντρο

cynicism
cynic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store