cutlet
cut
ˈkət
κατ
let
lət
λατ
/kˈʌtlət/

Ορισμός και σημασία του "cutlet"στα αγγλικά

01

κοτολέτα, φέτα κρέατος

a thin piece of meat that is cut into a thick slice and usually broiled or fried
cutlet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cutlets
Παραδείγματα
The street vendor served crispy chicken cutlet sandwiches with lettuce and mayonnaise.
Ο πλανόδιος πωλητής σέρβιρε τραγανά σάντουιτς με κοτολέτα κοτόπουλου με μαρούλι και μαγιονέζα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store