Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cut through
01
διαπερνώ, αντιμετωπίζω άμεσα
to quickly and directly deal with a problem or issue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
cut
ενεστώτας
cut through
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuts through
ενεστώτα μετοχή
cutting through
απλός αόριστος
cut through
παθητική μετοχή
cut through
Παραδείγματα
The expert's advice helped us cut through the complexity of the problem.
Η συμβουλή του ειδικού μας βοήθησε να διαπεράσουμε την πολυπλοκότητα του προβλήματος.
02
διασχίζω, κόβω δρόμο
to move across a particular area in order to create a more direct and shorter route to a destination
Παραδείγματα
The pilot chose to cut through the storm clouds, seeking a smoother and faster route to the destination.
Ο πιλότος επέλεξε να διασχίσει τα σύννεφα της καταιγίδας, αναζητώντας μια πιο ομαλή και γρηγορότερη διαδρομή προς τον προορισμό.



























