Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cut through
[phrase form: cut]
01
διαπερνώ, αντιμετωπίζω άμεσα
to quickly and directly deal with a problem or issue
Παραδείγματα
The expert speaker will help us cut through the technical details and understand the core concepts.
Ο ειδικός ομιλητής θα μας βοηθήσει να διαπεράσουμε τις τεχνικές λεπτομέρειες και να κατανοήσουμε τις βασικές έννοιες.
02
διασχίζω, κόβω δρόμο
to move across a particular area in order to create a more direct and shorter route to a destination
Παραδείγματα
To avoid traffic, I often cut through the side streets on my way to work.
Για να αποφύγω την κίνηση, συχνά διασχίζω τα παράπλευρα δρομάκια στο δρόμο για τη δουλειά.



























