Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cut back
01
μειώνω, περιορίζω
to decrease something such as size or cost, to make it more efficient, economical, or manageable
Transitive: to cut back on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
cut
ενεστώτας
cut back
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuts back
ενεστώτα μετοχή
cutting back
απλός αόριστος
cut back
παθητική μετοχή
cut back
Παραδείγματα
Faced with financial challenges, the company had to cut back on its workforce.
Αντιμέτωπη με οικονομικές προκλήσεις, η εταιρεία αναγκάστηκε να μειώσει το εργατικό της δυναμικό.
02
επιστρέφω πίσω, γυρίζω πίσω
to go back in time
Intransitive: to cut back | to cut back to a time
Παραδείγματα
In times of stress, some people may emotionally cut back to earlier, simpler stages of their lives.
Σε περιόδους άγχους, μερικοί άνθρωποι μπορεί να επιστρέψουν συναισθηματικά σε προγενέστερες, απλούστερες φάσεις της ζωής τους.
03
μειώνω, περιορίζω
to do or consume less of something such as food or activities, usually to improve overall health
Transitive: to cut back on food or activities
Παραδείγματα
Due to environmental concerns, the city decided to cut back on industrial emissions.
Λόγω περιβαλλοντικών ανησυχιών, η πόλη αποφάσισε να μειώσει τις βιομηχανικές εκπομπές.
04
κλαδεύω, περικόπτω
to cut off the top parts of a tree, bush, or other plant to either reduce their size or help them grow
Transitive: to cut back a plant
Παραδείγματα
The gardener advised cutting back the rose bushes in early spring to stimulate new growth.
Ο κηπουρός συμβούλευσε να κλαδέψετε τις θάμνους τριαντάφυλλου στις αρχές της άνοιξης για να διεγείρετε τη νέα ανάπτυξη.



























