custom
custom
'kʌstəm
kastēm
frustum

Ορισμός και σημασία του "custom"στα αγγλικά

01

έθιμο, συνήθεια

a way of behaving or of doing something that is widely accepted in a society or among a specific group of people 
custom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
customs
Παραδείγματα
It is a custom in Japan to take off your shoes before entering a house. 

Συνήθεια είναι μια παράδοση στην Ιαπωνία να βγάζεις τα παπούτσια πριν μπεις σε ένα σπίτι.

02

συνήθεια, έθιμο

something that a person usually does 
03

συνήθεια, έθιμο

habitual patronage 
04

εξοπλισμός, προετοιμασία

equipped or prepared with necessary intellectual resources 
05

τελωνείο

money collected under a tariff 
01

προσαρμοσμένο, κατασκευασμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές ενός ατόμου

made according to the specifications of an individual 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most custom
συγκριτικός βαθμός
more custom
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store