Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cussedly
01
πεισματικά, επίμονα
in a stubborn or uncooperative way, especially when this causes frustration or annoyance
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He cussedly refused to follow any of the instructions.
Αρνήθηκε πεισματικά να ακολουθήσει οποιεσδήποτε οδηγίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cussedly
cussed
cuss



























