curving
cur
ˈkɜ:
ving
vɪng
ving
curingcarvingcurbingcurling

Ορισμός και σημασία του "curving"στα αγγλικά

01

καμπύλος, ελιγμούς

having a smooth, rounded shape or form, often bending in a continuous direction 
curving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curving
συγκριτικός βαθμός
more curving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, movement, geometry
Παραδείγματα
The curving road twisted around the mountain, offering stunning views. 

Ο κυματιστός δρόμος στριφογύριζε γύρω από το βουνό, προσφέροντας εντυπωσιακές θέας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uncurving
curving
curve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store