curlew
curlew
kɜ:lju:
kēlyoo
curfew

Ορισμός και σημασία του "curlew"στα αγγλικά

01

νούμανος, μεγάλο μεταναστευτικό πτηνό με μακρύ κάτω κυρτό ράμφος

a large bird of passage with a long downcurved bill and a two-note call 
curlew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
curlews

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store