to curl up
curl
kɜ:l
kēl
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "curl up"στα αγγλικά

to curl up
01

κουλουριάζομαι, συστέλλομαι

to position one's body like a ball with one's arms and legs placed close to one's body while sitting 
Intransitive: to curl up | to curl up somewhere
to curl up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
curl
ενεστώτας
curl up
γ΄ ενικό πρόσωπο
curls up
ενεστώτα μετοχή
curling up
απλός αόριστος
curled up
παθητική μετοχή
curled up
Παραδείγματα
After a long day at work, she likes to curl up on the sofa with a good book. 

Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, της αρέσει να κουλουριάζεται στον καναπέ με ένα καλό βιβλίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store