Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to curl up
01
κουλουριάζομαι, συστέλλομαι
to position one's body like a ball with one's arms and legs placed close to one's body while sitting
Intransitive: to curl up | to curl up somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
curl
ενεστώτας
curl up
γ΄ ενικό πρόσωπο
curls up
ενεστώτα μετοχή
curling up
απλός αόριστος
curled up
παθητική μετοχή
curled up
Παραδείγματα
After a long day at work, she likes to curl up on the sofa with a good book.
Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, της αρέσει να κουλουριάζεται στον καναπέ με ένα καλό βιβλίο.



























