curdled
Pronunciation
/ˈkɝdld/

Ορισμός και σημασία του "curdled"στα αγγλικά

01

πήξε, πήχτηκε

transformed from a liquid into a soft semisolid or solid mass
curdled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curdled
συγκριτικός βαθμός
more curdled
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store