Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curdled
01
πήξε, πήχτηκε
transformed from a liquid into a soft semisolid or solid mass
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curdled
συγκριτικός βαθμός
more curdled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, state, chemistry
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
curdled
curdle



























