Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curable
01
θεραπεύσιμος, ιατρεύσιμος
(of an illness or disease) capable of being successfully healed through medical treatment or therapy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most curable
συγκριτικός βαθμός
more curable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the initial fear, the prognosis is hopeful, and the cancer is curable with chemotherapy.
Παρά τον αρχικό φόβο, η πρόγνωση είναι ελπιδοφόρα και ο καρκίνος είναι θεραπεύσιμος με χημειοθεραπεία.
02
σκληρυντός, θεραπεύσιμος
capable of being hardened by some additive or other agent



























