Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cumulatively
01
συσσωρευτικά, με συσσωρευτικό τρόπο
in a way that increases gradually through successive additions, accumulating over time
Παραδείγματα
The team 's achievements contribute cumulatively to their overall success.
Τα επιτεύγματα της ομάδας συμβάλλουν συσσωρευτικά στην συνολική τους επιτυχία.
Λεξικό Δέντρο
cumulatively
cumulative
cumulate



























