Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alarmed
01
αναστατωμένος, ανήσυχος
feeling worried or concerned due to a sudden, unexpected event or potential danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alarmed
συγκριτικός βαθμός
more alarmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became alarmed when he received a strange message on his phone.
Έγινε ανήσυχος όταν έλαβε ένα παράξενο μήνυμα στο τηλέφωνό του.
02
εξοπλισμένος με σύστημα συναγερμού, προστατευμένος από συναγερμό
equipped with or activated by an alarm system to detect unauthorized access or events
Παραδείγματα
An alarmed car alarm went off when someone attempted to break in.
Ένας συναγερμός εφοδιασμένος με συναγερμό αυτοκινήτου ενεργοποιήθηκε όταν κάποιος προσπάθησε να διαρρήξει.
Λεξικό Δέντρο
alarmed
alarm



























