Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alarmed
01
αναστατωμένος, ανήσυχος
feeling worried or concerned due to a sudden, unexpected event or potential danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alarmed
συγκριτικός βαθμός
more alarmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt alarmed when she heard the sound of glass breaking downstairs.
Αισθάνθηκε αναστατωμένη όταν άκουσε τον ήχο του σπασίματος γυαλιού στον κάτω όροφο.
02
εξοπλισμένος με σύστημα συναγερμού, προστατευμένος από συναγερμό
equipped with or activated by an alarm system to detect unauthorized access or events
Παραδείγματα
The alarmed doors automatically lock at midnight for security.
Οι συναγερμοποιημένες πόρτες κλειδώνουν αυτόματα τα μεσάνυχτα για λόγους ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
alarmed
alarm



























