alarmed
a
ə
ē
larmed
ˈlɑ:md
laamd
charmedunarmedunharmedarmed

Ορισμός και σημασία του "alarmed"στα αγγλικά

01

αναστατωμένος, ανήσυχος

feeling worried or concerned due to a sudden, unexpected event or potential danger 
alarmed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alarmed
συγκριτικός βαθμός
more alarmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt alarmed when she heard the sound of glass breaking downstairs. 

Αισθάνθηκε αναστατωμένη όταν άκουσε τον ήχο του σπασίματος γυαλιού στον κάτω όροφο.

02

εξοπλισμένος με σύστημα συναγερμού, προστατευμένος από συναγερμό

equipped with or activated by an alarm system to detect unauthorized access or events 
Παραδείγματα
The alarmed doors automatically lock at midnight for security. 

Οι συναγερμοποιημένες πόρτες κλειδώνουν αυτόματα τα μεσάνυχτα για λόγους ασφαλείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store