Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultured
01
μορφωμένος, εκλεπτυσμένος
appreciating and understanding various forms of art, literature, and music, reflecting a refined and sophisticated taste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cultured
συγκριτικός βαθμός
more cultured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her cultured mannerisms and eloquent speech reflect a sophisticated upbringing.
Οι καλλιεργημένες τρόποι και ο εύγλωττος λόγος της αντανακλούν μια πολυτελή ανατροφή.
Λεξικό Δέντρο
uncultured
cultured
culture



























