Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultured
01
μορφωμένος, εκλεπτυσμένος
appreciating and understanding various forms of art, literature, and music, reflecting a refined and sophisticated taste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cultured
συγκριτικός βαθμός
more cultured
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's a cultured individual who enjoys visiting museums and attending classical concerts.
Είναι ένα μορφωμένο άτομο που απολαμβάνει να επισκέπτεται μουσεία και να παρακολουθεί κλασικές συναυλίες.
Λεξικό Δέντρο
uncultured
cultured
culture



























