Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Alarm clock
01
ξυπνητήρι, ρολόι ξυπνητήρι
a clock that can be set to an exact time to make a sound and wake someone up
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alarm clocks
Παραδείγματα
The alarm clock has a backup battery in case of a power outage.
Το ξυπνητήρι έχει εφεδρική μπαταρία σε περίπτωση διακοπής ρεύματος.



























