alarm clock
a
ə
ē
larm
ˈlɑ:m
laam
clock
klɒk
klok

Ορισμός και σημασία του "alarm clock"στα αγγλικά

01

ξυπνητήρι, ρολόι ξυπνητήρι

a clock that can be set to an exact time to make a sound and wake someone up 
alarm clock definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alarm clocks
Παραδείγματα
I always set multiple alarms on my alarm clock to ensure I wake up. 

Πάντα ρυθμίζω πολλά ξυπνητήρια στο ξυπνητήρι μου για να βεβαιωθώ ότι θα ξυπνήσω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store