alarm bell
a
ə
ē
larm
ˈlɑ:m
laam
bell
bɛl
bel

Ορισμός και σημασία του "alarm bell"στα αγγλικά

01

κουδούνι συναγερμού, καμπάνα συναγερμού

a bell or similar device that sounds to signal danger or a warning 
alarm bell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
alarm bells
Παραδείγματα
The fire alarm bell rang loudly, prompting everyone to evacuate. 

Η κουδούνα συναγερμού χτύπησε δυνατά, προκαλώντας όλους να εκκενώσουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store