culprit
Pronunciation
/ˈkəɫpɹɪt/

Ορισμός και σημασία του "culprit"στα αγγλικά

01

ένοχος, υπεύθυνος

a person who is responsible for a crime or wrongdoing
culprit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
culprits
Παραδείγματα
The culprit left fingerprints at the scene of the burglary.
Ο ένοχος άφησε δακτυλικά αποτυπώματα στη σκηνή της διάρρηξης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store