cull
cull
kʌl
kal
gulllullmullhull

Ορισμός και σημασία του "cull"στα αγγλικά

01

απορρίμματα, απορριφθείς

the person or thing that is rejected or set aside as inferior in quality 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
culls
to cull
01

αναζητώ και συλλέγω, συλλέγω

look for and gather 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cull
γ΄ ενικό πρόσωπο
culls
ενεστώτα μετοχή
culling
απλός αόριστος
culled
παθητική μετοχή
culled
02

απομακρύνω, επιλέγω

to remove or eliminate something that has been deemed unwanted or rejected 
Παραδείγματα
The farmer culls the weaker plants from the field to ensure healthier crops. 

Ο αγρότης απομακρύνει τα πιο αδύναμα φυτά από το χωράφι για να εξασφαλίσει υγιέστερες σοδειές.

03

απομακρύνω, ελέγχω

to control the population of a wild animal, particularly by killing weak or sick ones 
Transitive
Παραδείγματα
The park rangers decided to cull the deer population to prevent overgrazing. 

Οι φύλακες του πάρκου αποφάσισαν να μειώσουν τον πληθυσμό των ελαφιών για να αποφευχθεί η υπερβόσκηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store