Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cull
01
απορρίμματα, απορριφθείς
the person or thing that is rejected or set aside as inferior in quality
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
culls
to cull
01
αναζητώ και συλλέγω, συλλέγω
look for and gather
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cull
γ΄ ενικό πρόσωπο
culls
ενεστώτα μετοχή
culling
απλός αόριστος
culled
παθητική μετοχή
culled
02
απομακρύνω, επιλέγω
to remove or eliminate something that has been deemed unwanted or rejected
Παραδείγματα
Tomorrow, the committee will cull the less relevant proposals to focus on the most promising ones.
Αύριο, η επιτροπή θα απομακρύνει τις λιγότερο σχετικές προτάσεις για να επικεντρωθεί στις πιο υποσχόμενες.
03
απομακρύνω, ελέγχω
to control the population of a wild animal, particularly by killing weak or sick ones
Transitive
Παραδείγματα
The city council voted to cull stray dogs to address the increasing number of animal control issues.
Το δημοτικό συμβούλιο ψήφισε να θανατώσει αδέσποτα σκυλιά για να αντιμετωπίσει τον αυξανόμενο αριθμό ζητημάτων ελέγχου ζώων.



























