Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cryptogam
01
κρυπτόγαμο, οργανισμός που αναπαράγεται με σπόρια
an organism such as fungus that does not produce flowers or seeds and procreates by the means of spores
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cryptogams
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cryptogamic
cryptogamous
cryptogam



























