cryptography
cryp
krɪp
krip
tog
ˈtɒg
tog
ra
phy
fi
fi

Ορισμός και σημασία του "cryptography"στα αγγλικά

01

κρυπτογραφία

the art of analyzing or writing codes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

κρυπτογραφία, επιστήμη των μυστικών κωδίκων

the science of analyzing and deciphering codes and ciphers and cryptograms 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store