Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cruet
01
λαδόκολλα, ξιδοδοχείο
a small container for liquids, typically oil and vinegar, or seasonings, such as salt or pepper, used for serving on a table during a meal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cruets



























