crucible
cru
ˈkru
κρου
ci
σα
ble
bəl
μπαλ
/kɹˈuːsəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "crucible"στα αγγλικά

01

χωνευτήρι, ανθεκτικό δοχείο θερμότητας

a heat-resistant container used for melting or heating substances to high temperatures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crucibles
Παραδείγματα
The crucible was placed inside the furnace for the process of annealing metal.
Ο χωνευτήριος τοποθετήθηκε μέσα στον κλίβανο για τη διαδικασία της απόχρωσης του μετάλλου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store