crucible
cru
ˈkru:
kroo
ci
si
ble
bəl
bēl
credible

Ορισμός και σημασία του "crucible"στα αγγλικά

01

χωνευτήρι, ανθεκτικό δοχείο θερμότητας

a heat-resistant container used for melting or heating substances to high temperatures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crucibles
Παραδείγματα
The chemist placed the mixture into the crucible and heated it over the Bunsen burner. 

Ο χημικός τοποθέτησε το μίγμα στο χωνευτήριο και το θέρμανε πάνω από τον καυστήρα Bunsen.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store