to crowd out
crowd
kraʊd
krawd
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "crowd out"στα αγγλικά

to crowd out
01

επικρατώ, απωθώ

to dominate or push aside something or someone by taking up all the available space, time, or attention 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
crowd
ενεστώτας
crowd out
γ΄ ενικό πρόσωπο
crowds out
ενεστώτα μετοχή
crowding out
απλός αόριστος
crowded out
παθητική μετοχή
crowded out
Παραδείγματα
The loud music at the party crowded out any chance of conversation. 

Η δυνατή μουσική στο πάρτι κατάπνιξε κάθε ευκαιρία για συζήτηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store