to crowd out
Pronunciation
/kɹˈaʊd ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "crowd out"στα αγγλικά

to crowd out
01

επικρατώ, απωθώ

to dominate or push aside something or someone by taking up all the available space, time, or attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
crowd
ενεστώτας
crowd out
γ΄ ενικό πρόσωπο
crowds out
ενεστώτα μετοχή
crowding out
απλός αόριστος
crowded out
παθητική μετοχή
crowded out
Παραδείγματα
Social media notifications can crowd out productivity during work hours.
Οι ειδοποιήσεις από τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να εκτοπίσουν την παραγωγικότητα κατά τις ώρες εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store