croupier
crou
ˈkru:
kroo
pier
piə
piē

Ορισμός και σημασία του "croupier"στα αγγλικά

01

κρουπιέ, μοιραστής

a person who works in a casino or other gambling establishment, responsible for dealing cards, managing bets, and facilitating the game for players 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
croupiers
Παραδείγματα
The croupier dealt the cards with precision, making sure everyone had a fair chance. 

Ο κρουπιέ μοίρασε τα χαρτιά με ακρίβεια, διασφαλίζοντας ότι όλοι είχαν μια δίκαιη ευκαιρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store