crook
crook
krʊk
κρουκ
/kɹˈʊk/

Ορισμός και σημασία του "crook"στα αγγλικά

01

εγκληματίας, απατεώνας

someone who has committed a crime or has been legally convicted of a crime
crook definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crooks
02

καμπύλη, στροφή

a circular segment of a curve
crook definition and meaning
03

μακρύ ραβδί με γάντζο, γκλομπ

a long staff with one end being hook shaped
to crook
01

λυγίζω, καμπυλώνω

bend or cause to bend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crook
γ΄ ενικό πρόσωπο
crooks
ενεστώτα μετοχή
crooking
απλός αόριστος
crooked
παθητική μετοχή
crooked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store