Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crook
01
εγκληματίας, απατεώνας
someone who has committed a crime or has been legally convicted of a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crooks
02
καμπύλη, στροφή
a circular segment of a curve
03
μακρύ ραβδί με γάντζο, γκλομπ
a long staff with one end being hook shaped
to crook
01
λυγίζω, καμπυλώνω
bend or cause to bend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crook
γ΄ ενικό πρόσωπο
crooks
ενεστώτα μετοχή
crooking
απλός αόριστος
crooked
παθητική μετοχή
crooked



























