crony
cro
ˈkrəʊ
krew
ny
ni
ni
corny

Ορισμός και σημασία του "crony"στα αγγλικά

01

φίλος, σύντροφος

a close friend or companion, often used in a more negative or informal context 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cronies
Παραδείγματα
He's always with his cronies, making shady deals. 

Είναι πάντα με τους φίλους του, κάνει σκοτεινές συμφωνίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cronyism
crony
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store