crippled
cri
ˈkrɪ
κρι
ppled
pəld
παλντ
crumpled

Ορισμός και σημασία του "crippled"στα αγγλικά

01

ανάπηρος, πληγωμένος

having a significant physical impairment or disability that affects one's ability to move or function normally 
crippled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crippled
συγκριτικός βαθμός
more crippled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, ability, condition
Παραδείγματα
The accident left him with a crippled leg, making it challenging to walk without assistance. 

Το ατύχημα του άφησε ένα κουτσό πόδι, κάνοντας δύσκολο το περπάτημα χωρίς βοήθεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

crippled
cripple
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store