crimp
crimp
krɪmp
κριμπ
/kɹˈɪmp/

Ορισμός και σημασία του "crimp"στα αγγλικά

to crimp
01

κυρτώνω, στριφκώνω

to make tight curls in someone's hair using a hair iron
Transitive: to crimp hair
to crimp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crimp
γ΄ ενικό πρόσωπο
crimps
ενεστώτα μετοχή
crimping
απλός αόριστος
crimped
παθητική μετοχή
crimped
Παραδείγματα
After straightening her hair, she crimped specific sections to give it a more textured and dynamic style.
Αφού ίσιωσε τα μαλλιά της, κύρτωσε συγκεκριμένα τμήματα για να τους δώσει ένα πιο υφή και δυναμικό στυλ.
02

τσαλακώνω, πτυχώνω

to create small folds or ridges in something by pinching or pressing it together
Transitive: to crimp sth
to crimp definition and meaning
Παραδείγματα
The craftsperson carefully crimped the fabric to add detail to the clothing design.
Ο τεχνίτης πτύχωσε προσεκτικά το ύφασμα για να προσθέσει λεπτομέρεια στο σχέδιο ρούχων.
01

μπούκλα, στρίφωμα

a lock of hair that has been artificially waved or curled
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crimps
02

κάποιος που εξαπατά ή αναγκάζει άνδρες να υπηρετήσουν ως ναύτες ή στρατιώτες, απατεώνας

someone who tricks or coerces men into service as sailors or soldiers
03

πτυχή, κύμα

an angular or rounded shape made by folding
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store