criminal law
cri
ˈkrɪ
kri
mi
mi
nal
nəl
nēl
law
lɔ:
law

Ορισμός και σημασία του "criminal law"στα αγγλικά

01

ποινικό δίκαιο, ποινικός νόμος

the system of laws that defines crimes and sets punishments for them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Criminal law punishes theft and assault. 

Το ποινικό δίκαιο τιμωρεί την κλοπή και την επίθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store