Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cremate
01
κηδεύω με καύση, αποτεφρώνω
to burn a dead body until it turns to ashes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cremate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cremates
ενεστώτα μετοχή
cremating
απλός αόριστος
cremated
παθητική μετοχή
cremated
Παραδείγματα
Modern facilities can cremate efficiently and safely.
Οι σύγχρονες εγκαταστάσεις μπορούν να κρεμάσουν αποτελεσματικά και ασφαλώς.
Λεξικό Δέντρο
cremation
cremate



























