to cremate
Pronunciation
/ˈkɹimeɪt/

Ορισμός και σημασία του "cremate"στα αγγλικά

to cremate
01

κηδεύω με καύση, αποτεφρώνω

to burn a dead body until it turns to ashes
to cremate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cremate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cremates
ενεστώτα μετοχή
cremating
απλός αόριστος
cremated
παθητική μετοχή
cremated
Παραδείγματα
Modern facilities can cremate efficiently and safely.
Οι σύγχρονες εγκαταστάσεις μπορούν να κρεμάσουν αποτελεσματικά και ασφαλώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store